Από την κρίση της φιλελεύθερης στην ανάδυση της αντιδραστικής δημοκρατίας
Ομιλία σε εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών (26/09/2025)
*Ομιλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης με γενικό τίτλο «Δημοκρατία: Από την πειθάρχηση στην επιτήρηση. Θα μιλήσουν πάλι οι υποτελείς;». Η εκδήλωση εντάσσεται στο δημόσιο παράλληλο πρόγραμμα της εικαστικής έκθεσης «Το όνειρο του Τάτλιν. Ουτοπίες: Η αιώνια επιστροφή», σε επιμέλεια του Δημήτρη Τρίκα.
Ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης περιγράφει μια μετάβαση για τη δημοκρατία «από την πειθάρχηση στην επιτήρηση» και θέτει ένα ερώτημα για τους υποτελείς και τη δυνατότητα τους στον λόγο. Πιστεύω ότι όταν μιλάμε για τη δημοκρατία, έχουμε όλοι μας στο νου μας κι άλλα ερωτήματα. Η δημοκρατία ως πολίτευμα και σύστημα διακυβέρνησης; Ή η δημοκρατία ως σύστημα αξιών με θεμελιώδεις ηθικές και πολιτικές αρχές; Η σημερινή ενσάρκωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Ή η δημοκρατία ως ανοικτός ορίζοντας προσδοκιών;
Όπως ξέρουμε, αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως φιλελεύθερη δημοκρατία είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δυο παραδόσεων, της δημοκρατικής που στηρίζεται στην ιδέα της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας και της φιλελεύθερης που βασίζεται στην ιδέα της ατομικής ελευθερίας και του κράτους δικαίου. Τα δύο δεν είναι ταυτόσημα. Η συνάρθρωση αυτών των δυο παραδόσεων ήταν ενδεχομενική και όχι αναγκαστική. Είναι αυτό που η Chantal Mouffe έχει αποκαλέσει δημοκρατικό παράδοξο.
Το θεσμικό οικοδόμημα σε πολλές χώρες της Δύσης και σε υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η ΕΕ, σφραγίζεται από ένα δημοκρατικό έλλειμμα και από την αυξανόμενη απογοήτευση των πολιτών από τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αυτήν τη δυσαρέσκεια την καταγράψαμε σε πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Eteron. Η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων αναγνωρίζει πως, παρά τις όποιες αδυναμίες, δεν υπάρχει καλύτερο πολίτευμα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η θέση αυτή γνωρίζει μια μικρή πτώση (-3,7% σε σχέση με το 2023) αλλά παραμένει ακλόνητη (79,3%). Την ίδια ώρα, είναι μαζική η δυσαρέσκεια των πολιτών από τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας. Το 74,3% (+4,6% σε σχέση με το 2023) των πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένο/μάλλον δυσαρεστημένο. Αυτή η δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται, προς το παρόν, σε ευρεία ή ουσιαστική αμφισβήτηση της δημοκρατίας.
Θέλω να σταθώ σήμερα σε δυο παράγοντες, σε δυο διαδικασίες που απειλούν τη δημοκρατία, τη διαστρέφουν και την αλλοιώνουν.
Ο πρώτος παράγοντας που θέλω να αναφέρω είναι η αυξανόμενη ολιγαρχικοποίηση που ασκεί μεγάλη πίεση στη δημοκρατία. Ο Κόλιν Κράουτς, εισηγητής της έννοιας της μεταδημοκρατίας, έχει τονίσει ότι οι μεγάλες ανισότητες που διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στα επιχειρηματικά συμφέροντα και σχεδόν όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες είναι η βασική αιτία της παρακμής της δημοκρατίας. Η άνιση δύναμη του πλούτου μεταφράζεται σε άνιση πολιτική ισχύ και επιρροή στην πολιτική εξουσία. Αυτές οι ανισότητες κάνουν την πολιτική ξανά μια κλειστή υπόθεση για λίγους. Εδώ μπορεί να δούμε μια πιθανή μετάλλαξη της δημοκρατίας, μια ολιγαρχική, αριστοκρατική ή ελιτίστικη εκδοχή της.
Η μεταδημοκρατία περιέγραψε μια συνθήκη όπου τα βασικά συμπτώματα ήταν η υποχώρηση του ρόλου των κοινοβουλίων και η απώλεια κυριαρχίας ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Όλα τα στοιχεία της δημοκρατίας είναι εκεί, αλλά δεν είναι με ουσιαστικό τρόπο. Οι θεσμοί της δημοκρατίας υπάρχουν αλλά είναι στην πραγματικότητα ένα άδειο κέλυφος, καθώς όλο το οικοδόμημα ελέγχεται από μια κλειστή πολιτικο-οικονομική ελίτ. Η δημοκρατική αρένα έχει περιοριστεί και το μεγάλο μέρος των πολιτών γίνεται παθητικός θεατής της πολιτικής διαδικασίας. Η πραγματική εξουσία μεταφέρεται εκτός πολιτικής, συνηθεστέρα σε επιχειρηματικά συμφέροντα ή σε υπερεθνικούς οργανισμούς που επίσης χειραγωγούνται από ακόμα μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα.
Εδώ ξεχνάμε, όμως, ότι η δημοκρατία έχει μια αντι-ελιτίστικη διάσταση, προτάσσοντας τον δήμο, τον λαό ως βασικό υποκείμενο και θεματοφύλακα της. Σύμφωνα με τον Περικλή (όπως παρατίθεται από τον Θουκυδίδη), το πολίτευμα καλείται «δημοκρατία» γιατί η διακυβέρνηση του κράτους βρίσκεται στα χέρια των πολλών και όχι των λίγων. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των λίγων και των πολλών κινεί την πολιτική δυναμική στην πορεία της ιστορίας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτόν τον ανταγωνισμό ήταν η πρόσφατη αντιπαράθεση του δισεκατομμυριούχου Μπερνάρ Αρνό με τον καθηγητή Γκαμπριέλ Ζυκμαν. Ο Αρνό θεωρεί ότι η πρόταση του Ζυκμάν για έναν φόρο 2% επί όλων των περιουσιών που υπερβαίνουν τα 100 εκατ. Ευρώ (1.800 είναι αυτές) είναι μια θανάσιμη επίθεση που θα οδηγήσει τη γαλλική οικονομία σε καταστροφή. Χαρακτήρισε δε τον Ζυκμάν ακροαριστερό ακτιβιστή, η ιδεολογία του οποίου στοχεύει στην καταστροφή της φιλελεύθερης οικονομίας, της μόνης που λειτουργεί προς όφελος όλων. Άλλο παράδειγμα είναι φυσικά οι συνεχείς παρεμβάσεις του Έλον Μάσκ όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Ο Μασκ και η δράση του με οδηγεί στο δεύτερο σημείο. Και αυτό είναι η άνοδος της ακροδεξιάς.
Η εξέλιξη αυτή πρέπει να ιδωθεί ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας κανονικοποίησης της ακροδεξιάς τόσο ως πολιτικής δύναμης όσο και ως ακροδεξιάς ρητορικής συνολικά στη δημόσια σφαίρα.
Η άνοδος της νέας Διεθνούς της Ακροδεξιάς, με εμβληματική φιγούρα τον Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, και η κανονικοποίηση του αυταρχικού και ακροδεξιού λόγο φέρνει στο προσκήνιο μια άλλη ενδεχόμενη μετάλλαξη της δημοκρατίας. Ακαδημαϊκοί και ερευνητές, όπως ο Aurelien Mondon και ο Aaron Winter την αποκαλούν αντιδραστική δημοκρατία. Με αυτόν τον όρο θέλουν να δείξουν ότι η δημοκρατία δεν είναι αναγκαστικά προοδευτική, όπως πιστεύουμε συχνά. Η δημοκρατία, ακόμα και η διακηρυκτικά φιλελεύθερη δημοκρατία, μπορεί να κουμπώσει με έναν συστημικό, δομικό ρατσισμό. Η τρέχουσα συνθήκη ενέχει τον κίνδυνο της ηγεμονίας των ακροδεξιών ιδεών και της ολοκλήρωσης αυτής της μετάλλαξης της δημοκρατίας σε μια αντιδραστική εκδοχή του εαυτού της.
Όταν τα παραδοσιακά κόμματα της κεντροδεξιάς, και όχι μόνο, αποδέχονται βασικά στοιχεία της ακροδεξιάς ατζέντας, αυτό που εν τέλει επιτυγχάνεται είναι η περαιτέρω νομιμοποίηση της ακροδεξιάς και σταδιακά η μετακίνηση του πολιτικού κέντρου όλο και δεξιότερα.
Η αντιδραστική δημοκρατία δεν οικοδομείται ή δεν εμφανίζεται μόνο από τα πάνω. Έχει και μια κίνηση στη βάση της κοινωνίας. Και όπως ανέφερα πριν μας δείχνει ότι η δημοκρατία δεν είναι πάντα προοδευτική. Συχνά μιλάμε για τη συντηρητικοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας. Ας δούμε λίγο τι παράδοξα μπορεί να δημιουργήσει η ανάδυση της αντιδραστικής δημοκρατίας. Στην έρευνα του Eteron για τις ιδεολογικές στάσεις των πολιτών είδαμε ότι ένα ποσοστό άνω του 40% των πολιτών ταυτίζεται με ιδεολογικούς προσδιορισμούς που ανήκουν σαφώς στο πεδίο της Αριστεράς και ότι πάνω από τους μισούς υιοθετούν ιδεολογικούς προσδιορισμούς που σηματοδοτούν φιλελεύθερες ή/και γενικώς προοδευτικές θέσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, μια ευρύτατη πλειοψηφία πολιτών (79,6%) τάσσεται υπέρ της αυστηροποίησης των ποινών για να υπάρξει ασφάλεια στη χώρα. Η θέση αυτή γνωρίζει αποδοχή σε όλα τα κόμματα, πλην των ΜέΡΑ25 και Νέας Αριστεράς. Το ποσοστό συμφωνίας των δυνητικών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας (91,8%) είναι αντίστοιχο με αυτό της Ελληνικής Λύσης (93,8%) και της Φωνής Λογικής (96%), και μεγαλύτερο των ψηφοφόρων της Νίκης. Ακόμα πιο σημαντικό, λόγω της βαρύτητας του ζητήματος, είναι το γεγονός πως ένα 42,9% των πολιτών εμφανίζεται θετικό απέναντι στην επαναφορά της θανατικής ποινής. Οι δυνητικοί ψηφοφόροι του κυβερνώντος κόμματος, οι μισοί σχεδόν εκ των οποίων αυτο-προσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι, είναι μοιρασμένοι στο ζήτημα της θανατικής ποινής (49,2% υπερ vs. 49,2% κατά). Σχεδόν ένας στους δυο δυνητικούς ψηφοφόρους της Πλεύσης Ελευθερίας (48,7%), σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ (31,1%) και σχεδόν ένας στους τέσσερις του ΚΚΕ (24,7%) έχει μάλλον θετική στάση απέναντι στην επαναφορά της θανατικής ποινής.
Μέχρι τώρα έχω σχεδόν αγνοήσει το ερώτημα της εκδήλωσης: «Θα μιλήσουν πάλι οι υποτελείς;». Πολλοί από αυτούς που μιλούν στο όνομα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας που γίνεται ολοένα και πιο ελιτίστικη, αλλά και πολλοί από αυτούς που συμβάλουν ή υπερασπίζονται στην πράξη μια μορφή αντιδραστικής δημοκρατίας συναντώνται σε ένα κρίσιμο ζήτημα: τη ριζική δυσπιστία απέναντι στον λαό ως συλλογικό πολιτικό υποκείμενο. Ο Peter Mair (2006) είχε πραγματευτεί την ανάδυση μιας δημοκρατίας που σταθερά απογυμνώνεται από το λαϊκό στοιχείο της. Για να περιγράψει τη συνθήκη αυτή, είχε επικαλεστεί τον όρο «ημι-κυρίαρχος λαός». Σήμερα, ακόμα και αυτός ο ημι-κυρίαρχος λαός αρχίζει να εξαφανίζεται και ο λαός γίνεται στην πράξη μη-κυρίαρχος (Mair, 2006).
Οι ρίζες της σκέψης αυτής πηγαίνουν βαθιά πίσω στον χρόνο και μπορούμε να βρούμε σχετικές συζητήσεις από την Αρχαία Ελλάδα. Για παράδειγμα, οι αντιδημοκρατικές διαστάσεις του έργου του Πλάτωνα και η σχετική αλληγορία του πλοίου στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας. Η αλληγορία του πλοίου συνέκρινε στην ουσία τις γνώσεις ναυσιπλοΐας και την ικανότητα πλοήγησης ενός πλοίου με τη λήψη πολιτικών αποφάσεων και την ικανότητα διοίκησης μιας πολιτείας (Wolff , 2006, σ. 67). Εκεί, λοιπόν, ο Πλάτων ισχυρίζεται ότι η δημοκρατία είναι απίθανο να αποτελέσει μια σταθερή πολιτική λύση, γιατί προσφέρει ελευθερία αλλά αμελεί τις απαιτήσεις της ορθής πολιτικής ικανότητας και διοίκησης. Ισχυρίζεται ότι ένα σύστημα όπου η πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του δήμου, δεν εγγυάται ότι αυτοί που είναι καλύτερα καταρτισμένοι να κυβερνούν θα έχουν πράγματι τη δυνατότητα να διαχειριστούν τις δημόσιες υποθέσεις. Αντιθέτως, θα επικρατήσουν οι πιο δυνατές φωνές και θα παρθούν παράλογες αποφάσεις (Steinbauer, 2014, σ. 6). Επομένως, η πλατωνική σκέψη θέλει αυτές τις αποφάσεις να αφήνονται στους ειδικούς. Η διακυβέρνηση αντιμετωπίζεται ως μια δεξιότητα για την απόκτηση της οποίας χρειάζεται ειδική εκπαίδευση και δεν είναι όλοι ικανοί ακόμη και να αποκτήσουν τη δεξιότητα αυτή.
Ο ιστορικός Thomas Frank (2021, σ. 308) μιλώντας για τη Δημοκρατοφοβία στις ΗΠΑ, έχει εντοπίσει μια διαχρονική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία μια ορισμένη μερίδα ανθρώπων, μια μειοψηφία της κοινωνίας δικαιούται να κυβερνά: αυτοί οι άνθρωποι «εξηγούν ότι αξίζουν να κυβερνήσουν επειδή είναι καλύτερα μορφωμένοι, ή πλουσιότεροι, ή πιο λογικοί, ή πιο σκληρά εργαζόμενοι».
Στον αντίποδα, ο Parker (2021, σ. 97) κάνει λόγο για ένα ιδεώδες με ισχυρή αξίωση: οι λεγόμενοι «απλοί» άνθρωποι, οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι αυτοί που δικαιούνται να κυβερνούν τη χώρα και όχι οι «καλύτεροι» τους ή η αντίληψη που κάποιοι άλλοι έχουν για τον υποτιθέμενο «καλύτερο εαυτό» τους. Ένα ιδεώδες που ορισμένοι θα χαρακτήριζαν λαϊκιστικό, αλλά που είναι στην ουσία βαθιά δημοκρατικό.
Αυτή η διάκριση μεταξύ ποιοτικής ισχύος και ποσοτικής αδυναμίας είναι βασικό μοτίβο των αντιλαϊκιστικών λόγων διαχρονικά. Η θέση αυτή δεν περιορίζεται στη σφαίρα της θεωρίας. Εκφράστηκε με σαφήνεια το 2016 από τη Hillary Clinton: «Αν κοιτάξετε τον χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών, υπάρχει όλο αυτό το κόκκινο στη μέση, εκεί που κέρδισε ο Trump. Εγώ κέρδισα την ακτή, κέρδισα, ξέρετε, το Ιλινόις και τη Μινεσότα, μέρη σαν αυτά. Κέρδισα τις πολιτείες που αντιπροσωπεύουν τα δυο τρίτα του Α.Ε.Π. της Αμερικής. Επομένως, κέρδισα τις πολιτείες που είναι αισιόδοξες, δυναμικές, που κινούνται προς τα εμπρός», είπε μετά τις εκλογές.
Η δημοκρατική πολιτική δεν βασίζεται στην ποιοτική ιεράρχηση των ανθρώπων αλλά στην ιδέα της ισότητας ως προς την πολιτική αξία και τα αντίστοιχα πολιτικά δικαιώματα. Την πολιτική δύναμη σε μια δημοκρατία την έχουν οι πολλοί και όχι οι ποιοτικά ανώτεροι άνθρωποι. Η δημοκρατία δεν είναι απλώς η μορφή ενός κράτους ή ένα καθεστώς. Είναι μια πολιτική πράξη, μια διαδικασία που υπονομεύει τη διάκριση εξουσιαζόμενων και εξουσιαστών και ως εκ τούτου προϋποθέτει τον ισχυρισμό ότι όλοι είναι ίσοι. Ο John Keane (2009, σ. 865), από τους σημαντικούς μελετητές της δημοκρατίας διεθνώς έχει περιγράψει τη δημοκρατία ως η αυτό-κυβέρνηση των ίσων.
Αντίστοιχα, η επιλογή μιας πολιτικής δεν έχει να κάνει μόνο με τη γνώση, λες και πρόκειται για τον χειρισμό μιας πολύπλοκης μηχανής. Έχει, επίσης, να κάνει με τις αξίες και κανείς δεν μπορεί να διαλέξει τις αξίες μας για εμάς (Lewis, 2014, σ. 4). Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας για να αντιμετωπίσουμε την αυξανόμενη ολιγαρχικοποίηση της πολιτικής και την ανάδυση της αντιδραστικής δημοκρατίας είναι να επανακτήσουμε αυτόν τον αξιακό πυρήνα της δημοκρατίας.
Αναφορές
Frank, Th. (2021). Λαός δίχως εξουσία. Μια σύντομη ιστορία του αντιλαϊκισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Εκκρεμές.
Keane, J. (2009). The Life and Death of Democracy. Λονδίνο: Pocket Books
Lewis, R. (2014). Editorial. By the People. For the People. Philosophy Now, Μάρτιος-Απρίλιος 2014, 101, σ. 4.
Mair, P. (2006) Ruling the void? The hollowing of western democracy. New Left Review, 42, σ. 25–51. Διαθέσιμο στο https://newleftreview.org/issues/ii42/articles/peter-mair-ruling-the-void.
Parker, R. (2021). «Εδώ , κυβερνά ο λαός». Ένα συνταγματικό λαϊκιστικό μανιφέστο. Αθήνα: Εκδόσεις Παπασωτηρίου.
Steinbauer, A. (2014). The Ship of Fools. Philosphy Now, 101, σ. 6.
Wolff, J. (2006). An Introduction to Political Philosophy. Νέα Υόρκη: Oxford University Press.


Αλίμονο αν αφήσουμε τα δικαιώματα, ελευθερίες και ασφάλεια στην δημαγωγία των άκρων. Τα παραδείγματα, άφθονα και πρόσφατα.